Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Στο τελευταίο σύνορο με τον Αλέξανδρο Αργυρίου


Ο Αλέξανδρος Αργυρίου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Αλέξανδρου Κουμπή) υπήρξε συστηματικός ερευνητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας, διανούμενος της Αριστεράς με συνεχή παρουσία. Πόσο απλά και αμετάκλητα στα αρχεία του Η./Υ. περνώ σε παρελθοντικούς χρόνους σημειώσεις και κείμενα για τον κριτικό και ιστορικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας τον Αλέκο Αργυρίου [«είχε», «έδωσε», κυκλοφόρησε»…]. Όμως δεν είναι παρελθόν η αφειδώλευτη προσφορά του Αργυρίου για εξήντα πέντε χρόνια στα γράμματα, πανελλήνια και παγκόσμια. Στο πεδίο των ερευνών και των ανακοινώσεών του από το 1947 και εντεύθεν συμπεριλαμβάνονται οι Γ. Σεφέρης, Ο. Ελύτης, Γ. Θεοτοκάς, Ν. Καβαδίας, Νικήτας Ράντος, /Καλαμάρης, Μ. Αναγνωστάκης, οι Έλληνες νεωτερικοί του Μεσοπολέμου και οι υπερρεαλιστές ποιητές, οι μεταπολεμικοί ποιητές και πεζογράφοι κ.ά.
Γεννήθηκε το 1921 στην Αλεξάνδρεια και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Ελλάδα το 1927. Στην Αθήνα μετείχε στην Εθνική Αντίσταση, αποφοίτησε από τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Ε.Μ.Π., εργάστηκε εκπονώντας μελέτες για το οπλισμένο και προεντεταμένο σκυρόδεμα (1947-1948 και 1950-1992)!!! Δραστηριότητες παράλληλες με τις ενασχολήσεις γύρω από τη λογοτεχνία. Πρωτοδημοσίευσε κριτικές του στο αριστερό περιοδικό Eλεύθερα Γράμματα το 1947. Συνεργάστηκε ακόμη με τα περιοδικά: Ποιητική Τέχνη. Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Καινούρια Εποχή, Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Η λέξη, Το Δέντρο, Γράμματα και Τέχνες, Νέα Εστία, Εντευκτήριο, Πορφύρας, Αντί και με τις εφημερίδες: Δημοκρατικός Τύπος, Δημοκρατική, Η Ημέρα, Μεσημβρινή. Η Καθημερινή, Ελευθεροτυπία, Η Αυγή. Δημοσίευε τακτικά επιφυλλίδες στην εφημ. Το Βήμα (1971 -1973 και 1979-1985) και κριτική βιβλίου στην εφημ. Τα Νέα (1985).
Στη διάρκεια της Δικτατορίας ’67-74 μετείχε στην αντιστασιακή συντακτική επιτροπή των σύμμεικτων τόμων Δεκαοχτώ Κείμενα (1970) και Νέα Κείμενα, 1, 2 και σ’ αυτήν του διωκόμενου περιοδικού Η Συνέχεια (1973).
Το 1999 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Η μελέτη Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών βραβεύτηκε το 1984 με Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου, ενώ το 1998 ο Αργυρίου βραβεύτηκε συνολικά για το έργο του με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο, επίσης με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών(2004).
Όταν η νεότερη ελληνική φιλολογία και η κριτική προσανατολίστηκε με βάση το περιεχόμενο και τις αξιολογήσεις που πρόβαλαν ιδίως οι Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς, Λίνος Πολίτης, Μάριο Βίττι και Ρόντρικ Μπήτον, μέσω των ιστοριών της νεοελληνικής γραμματείας τις οποίες αυτοί συνέγραψαν. Όταν πολλοί ανέμεναν την ανάληψη μιας συλλογικής πρωτοβουλίας για τη συγγραφή μιας πολυφωνικής Ιστορίας της ελληνικής λογοτεχνίας. Τότε ήρθε η πολύτομη Ιστορία του πολυγραφότατου Αλέξανδρου Αργυρίου, ενός αφοσιωμένου εραστή και ακαταπόνητου μελετητή της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Αργυρίου κόμισε με την οκτάτομη Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας και η πρόσληψή της από το 2001 ως το 2007 (εκδόσεις Καστανιώτης από το 2001 ως το 2007) ένα πρωτοφανές σε όγκο υλικό, την πείρα του ερευνητή, μα και τη βιωματική σχέση ιδίως με τους μεταπολεμικούς αριστερούς διανοητές και άλλους πρωταγωνιστές της μεταπολεμικής λογοτεχνικής παραγωγής. Κατέβαλε κόπο για την αντικειμενική διερεύνηση των προσλήψεων των ποιητικών και των πεζογραφικών δημιουργιών μέσα στο χρόνο και στην κριτική αποτίμηση των συγχρόνων και των κατοπινών μελετητών. Πρόκειται για έργο εντυπωσιακής πολυετούς ενασχόλησης, το οποίο καθιστά ακόμη πιο γοητευτικό η νηφάλια αποτίμηση, η οριζόντια εξέταση και η δημιουργική ανασύνθεση του υλικού.
Πρόσφατες εκδόσεις έργων του είναι τα κείμενα Εκκρεμότητες. Προτάσεις για επισφαλή ζητούμενα (εκδ. Καστανιώτης,2008) και το μελέτημα Τάκης Παπατσώνης (εκδ. Γαβριηλίδης, 2009).
Το ενδιαφέρον και η αγάπη του για τους λογοτέχνες και τον πνευματικό πολιτισμό της Κύπρου αποτυπώνεται από νωρίς (1948, 1951, 1956) με βιβλιοκρισίες για έργα ποίησης και πεζογραφίας των Ν. Νικολαϊδη, Γ.Φ. Πιερίδη, Μ. Ρουσσιά, Τ. Στεφα-νίδη, με το βιογραφικό του Λ. Ακρίτα (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος,1981), με τη συμμετοχή του σε εκδηλώσεις για την Κύπρο στην Αθήνα.
Ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό και μίλησε στο λευκωσιάτικο συνέδριο Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση, 11-13.9.1985 (Πρακτικά, Λευκωσία 1991), του ΣΕΚΦ-Ο.Ε.Λ.Μ.Ε.Κ. με διπλή εισήγηση για την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Έδωσε ξανά το παρόν του με την εισήγηση για την ποιητική του Σεφέρη στο Α΄ Συμπόσιο Σεφέρη (14-16/4/1988, Αγία Νάπα- Πρακτικά 1991) Επιπλέον, με εγκυρότητα κατέθεσε τις σκέψεις του για τον Αιμίλιο Χουρμούζιο στο Συμπόσιο «Κύπριοι λογοτέχνες που έζησαν στην Ελλάδα» (Αγία Νάπα, 27-28 Απριλίου 1995- Πρακτικά 1999) και στο «Αφιέρωμα στην Κυπριακή λογοτεχνία» του περ. Σημείο (τχ. 4, 1996). Παραχώρησε, επίσης, συνεντεύξεις του στη Χαραυγή και τη Νέα Εποχή.
Επισημαίνω, επιπλέον, την παρουσία των δημιουργών που έζησαν ή κατάγονταν από την Κύπρο στην Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας: Ν. Νικολαϊδης, Λ. Ακρίτας, Γλ. Αλιθέρσης, Τ. Ανθίας, Θ. Πιερίδης, Πυθ. Δρουσιώτης, Αντ. Ιντιάνος, Π. Κριναίος, Αιμ. Χουρμούζιος, Κ. Μόντης, Λ. Παυλίδης, Ν. Κρανιδιώτης και όσοι άλλοι των Κυπριακών Γραμμάτων κυρίως. Ιδιαίτερα εκτενείς είναι οι αναφορές και ανθολογήσεις του έργου των Ανδρέα Παστελλά, Ανδρέα Χριστοφίδη, Θεοδόση Νικολάου, Μιχάλη Πασιαρδή, Κυριάκου Χαραλαμπίδη και η αξιοιποίηση δεδομένων από νεότερους δημιουργούς και μελετητές (Μ. Πιερή, Λ. Ζαφειρίου, Σ. Παύλου, Λ. Παπαλεοντίου κ.ά.).
Το 2004 ο Αλέξανδρος Αργυρίου, παρά τις ειλημμένες υποχρεώσεις και το προχωρημένο της ηλικίας, «για χάρη της Κύπρου και μόνο», όπως δήλωσε, έλαβε την γενναία απόφαση, να παραβρεθεί σε δύο τιμητικές εκδηλώσεις-συζητήσεις για το περιεχόμενο και τις στοχεύσεις της Ιστορίας της Ελληνικής Λογοτεχνίας στη Λευκωσία και τη Λεμεσό, στα πλαίσια των «Λογοτεχνικών Συναντήσεων» του ΣΕΚΦ –ΟΕΛΜΕΚ (12 και 13 Νοεμβρίου) με συνομιλητές τους Γιάννη Δάλλα, Λευτέρη Παπαλεοντίου και τον υπογράφοντα εκ μέρους του ΣΕΚΦ. Με την ευκαιρία της έκδοσης αυτής παραχώρησε συνεντεύξεις στην εφημ. Χαραυγή και στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Εποχή. Ειδική μνεία, επιπλέον, αξίζει η προσεκτική προσέγγιση του έργου και της παρουσίας των δημιουργών που έζησαν στην Κύπρο ή κατάγονταν από αυτήν στην Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας: Ν. Νικολαϊδης, Λ. Ακρίτας, Γλ. Αλιθέρσης, Τ. Ανθίας, Θ. Πιερίδης, Πυθ. Δρουσιώτης, Αντ. Ιντιάνος, Π. Κριναίος, Αιμ. Χουρμούζιος, Κ. Μόντης, Λ. Παυλίδης, Ν. Κρανιδιώτης και όσοι άλλοι των Κυπριακών Γραμμάτων κυρίως. Ιδιαίτερα εκτενείς είναι οι αναφορές και ανθολογήσεις του έργου των Ανδρέα Παστελλά, Ανδρέα Χριστοφίδη, Θεοδόση Νικολάου, Μιχάλη Πασιαρδή, Κυριάκου Χαραλαμπίδη και η αξιοποίηση δεδομένων από νεότερους δημιουργούς και μελετητές (Μ. Πιερή, Λ. Ζαφειρίου, Σ. Παύλου, Λ. Παπαλεοντίου κ.ά.). Στις στήλες εφημερίδων και περιοδικών της Κύπρου αυτή η μνημειώδης προσπάθεια παρουσιάστηκε με κατατοπιστικά σημειώματα. Με το προλογικό σημείωμα «Καθυστερημένο προλόγισμα» στην βιβλιογραφική εργασία του Ανδρέα Χατζηθωμά Ευρετήριο περιοδικού «Η Συνέχεια» (1973), που εκδόθηκε στη Λευκωσία στα τέλη του 2007, έκλεισε ο κύκλος της συνεργασίας του Α. Αργυρίου με τον επιστημονικό και λογοτεχνικό κόσμο της Κύπρου.
Με ευγένεια ψυχής και αρχοντιά, καταδεκτικότητα και παρρησία πορεύτηκε ο διανοούμενος Αργυρίου. Χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς διεκδίκηση αποκλειστικότητας και μοναδικότητας, στα πρόσφατα χρόνια καταγγέλλοντας ακόμη και την πύκλωση φαινομένων της αγοραίας δημοσιοσχεσίτικης κατάντιας. Ως ερευνητής υπέτασσε την εργασία του στη διαλογική ανάπτυξη των κρίσεων και αξιολογήσεων που σχετίζονται με τον ελληνισμό, αλλά και τη γενιά του, τη γενιά που ωρίμασε μετά τη λήξη του Β΄ Π.Π. μέσα σε δυσκολίες, διώξεις, στερήσεις, όνειρα, διαψεύσεις, επιστημονικές αναζητήσεις και ελπίδες.
Άλλο ζήτημα το τι θα ακολουθήσει με τα μεταμοντέρνα ερευνητικά ήθη… «Προσευχηθείτε για τις σκοπιές που αγρυπνούν» (Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, 1985).

Γιώργος Κ. Μύαρης

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Aνάγκη από εκπαιδευτικούς που σκέφτονται ελεύθερα



Η δύσκολη υπόθεση της σχολικής ιστορίας



Για την σχέση πολιτικής, δημοσιογραφίας και εκπαίδευσης με αφορμή την καταγγελία της Ε.Λ.Μ.Ε. Σερρών (28/4/2009) για δίωξη εκπαιδευτικού που δίδασκε σε Γυμνάσιο το μάθημα της Ιστορίας και δημοσιεύματα στον Ριζοσπάστη. Σχετικά βλ. http://www.alfavita.gr/anakoinoseis/ank12_5_9_1042.php και
http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=5044622&publDate=16/4/2009

"ΕΝΩΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΜΕΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
ΝΟΜΟΥ ΣΕΡΡΩΝ

Προς: 1.Tον Πρόεδρο του Ελληνικού Κοινοβουλίου 2. Tην ΟΛΜΕ

Πειθαρχικό αδίκημα η ελευθερία γνώμης του καθηγητή

Το Δ.Σ της ΕΛΜΕ Σερρών καταγγέλλει τη φασιστικού τύπου εισβολή στο 3ο Γυμνάσιο Σερρών του βουλευτή του ΛΑΟΣ Ηλία Πολατίδη και του Γραμματέα του πολιτικού του γραφείου, Μανόλη Κουκουβάτσιου. Ο κύριος βουλευτής, επικαλούμενος ανώνυμες καταγγελίες γονέων προς τον ίδιο, απαίτησε απ’ τον Διευθυντή του σχολείου να καλέσει ενώπιόν του την καθηγήτρια της Ιστορίας, για να δώσει εξηγήσεις σ΄ αυτόν επί του περιεχομένου της διδασκαλίας της για το μάθημα του φασισμού. Απαίτησε μάλιστα να μπει και στην τάξη, για να δει τους μαθητές.
Χαιρετίζουμε τη θαραλλέα και αξιοπρεπή στάση της συναδέλφου, επειδή παρά την αμηχανία του Διευθυντή μπροστά στο πρωτοφανές αυτό περιστατικό:
· Υπερασπίστηκε το δικαίωμά της να μην απαντά σε ανώνυμες καταγγελίες και απαίτησε να αποκαλυφθούν τα ονόματα των γονέων και των παιδιών για να συζητήσει μαζί τους.
· Υπερασπίστηκε το δικαίωμά της να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις της επί του σχολικού μαθήματος, δημιουργώντας γόνιμο προβληματισμό στους μαθητές της.
· Στη συνέχεια αρνήθηκε να υποκύψει σε υποδείξεις « καλοθελητών» του τύπου «επισκεφθείτε το βουλευτή στο γραφείο του, για να λήξει η διένεξη».
Διαμαρτυρόμαστε για τη στάση του προϊσταμένου της εκπαίδευσης, ο οποίος αντί να αποτελεί τείχος προστασίας της εκπαιδευτικής κοινότητας, ύστερα από γραπτή καταγγελία του βουλευτή με ανυπόστατες κατηγορίες ανώνυμων γονέων, όρισε προκαταρκτική διαδικασία για ένορκη διοικητική εξέταση, κι έτσι κατέστησε ένοχη τη συνάδελφο για τον τρόπο που έκανε το μάθημά της και για τη στάση της απέναντι στο βουλευτή.(...)"
Οι διώξεις σε βάρος εκπαιδευτικών που εργάζονται με μεράκι, θάρρος και ευθύνη είναι παλιά υπόθεση και πολλά σχετικά θα είχε να αναφέρει κάποιος ειδικός στην ι-στορία της εκπαίδευσης, ιδιαίτερα αναφορικά με την Ελλάδα.
Το πρόβλημα γίνεται δυσκολότερο στη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας, διότι η πολυφωνία, η διαφωνία, η τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία, η έλλογη αντι-παράθεση και η κριτική αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του ιστορικού λόγου. Μόνο έτσι προάγεται η ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης και συνείδησης, η ολόπλευρη ανά-πτυξη της προσωπικότητας, η υπευθυνότητα των σημερινών μαθητών και αυριανών πολιτών, κατά συνέπεια και η ποιότητα της κοινωνίας μέσα στην οποία καλούνται να δράσουν.
Όταν όμως διώκονται εκπαιδευτικοί που προσφέρουν τέτοιας υψηλής ποιότητας υπηρεσίες, ενώ σέβονται ταυτόχρονα το δικαίωμα της διαφωνίας και της διαφοράς, τότε, κανένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο της δημόσιας ελληνικής εκπαίδευσης δεν πρό-κειται να ευδοκιμήσει. Αν η πολιτεία επιθυμεί την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων, χρειάζεται –προπάντων– να προστατέψει τα στελέχη τους / της από κάθε είδους αυ-θαίρετες παρεμβάσεις άσχετων με το εκπαιδευτικό λειτούργημα.
Ωστόσο, τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι οι εκπαιδευτικοί μπορούν να δρουν α-νεξέλεγκτα. Κάθε άλλο. Προϋποτίθενται: η παιδαγωγική ευθύνη, η επιστημονική ε-πάρκεια, η σαφής οριοθέτηση των προσωπικών απόψεων, οι καθαρές αποστάσεις από κάθε μορφή προσηλυτισμού, η ανοικτή σχολική τάξη, η διαφάνεια της μαθησιακής διαδικασίας και η ανατροφοδότηση που αποσκοπεί στην βελτίωσή της. Οι εκπαιδευ-τικοί που σκέφτονται ελεύθερα και επιστημονικά δεν ασκούν προπαγάνδα, αντίθετα, βοηθούν στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και στην ανάπτυξη της ιστορικής συ-νείδησης των μαθητών τους. Δεν φοβούνται την αλήθεια και αποφεύγουν τις στρε-βλώσεις, τις αποσιωπήσεις και τις επιλεκτικές, δηλαδή μεροληπτικές, ερμηνείες των ιστορικών γεγονότων. Αυτά δεν αφορούν την εκπαίδευση, αλλά την πολιτική με την στενή της, μικροκομματική έννοια.
Οποιοσδήποτε έλεγχος μπορεί να γίνει μόνο από αρμόδια όργανα, «συμβουλευτι-κά» και με βάση τον ισότιμο διάλογο. Δεν μπορεί να γίνει με (ένορκες ή μη) διοικη-τικές «εξετάσεις» και αστυνομευτικές, λογοκριτικές ή διωκτικές διαδικασίες. Δεν μπορεί να γίνει, επίσης, με δημοσιεύματα σε εφημερίδες που στοχοποιούν και στιγ-ματίζουν τους εκπαιδευτικούς, εκμηδενίζοντας όσα παιδαγωγικά οφέλη και μορφωτικά αγαθά προκύπτουν από την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης γνώμης και έκφρασης. Σε τελική ανάλυση, ο σεβασμός στην ελευθερία του τύπου χρειάζεται να βρει τρόπους συνύπαρξης με την παιδαγωγική ελευθερία, η πολιτική δημοσιογραφία με την εκπαίδευση, η ιστορία στον δημόσιο χώρο με το σχολικό μάθημα της Ιστορίας.
Η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη από εκπαιδευτικούς που σκέφτονται ελεύθερα, τιμούν το λειτούργημά τους και υποστηρίζουν επιστημονικά την προσέγγιση του ευ-αίσθητου αντικειμένου της Ιστορίας και όχι από υπαλλήλους – διεκπεραιωτές της διδακτέας ύλης, κακοπληρωμένα υπηρεσιακά όργανα που χειραγωγού-νται, περιθωριοποιούνται και χλευάζονται για τις απόψεις τους.

Σακκά Βασιλική, εκπαιδευτικός, μέλος της “EUROCLIO” (European Association of History Educators).
Κόνδης Σωτήρης, πρώην σχολικός σύμβουλος, συγγραφέας σχολικών βιβλίων ιστο-ρίας Λυκείου.
Αργυρού Έφη, ιστορικός, εκπαιδευτικός, διδάσκουσα στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Κόκκινος Γιώργος, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Κιμουρτζής Παναγιώτης, επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Λεμονίδου Έλλη, ιστορικός, διδάσκουσα (407/80) στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.
Γατσωτής Παναγιώτης, εκπαιδευτικός.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

ΕΦΥΓΕ Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ






Ο Αλέξανδρος Αργυρίου πέθανε στην Αθήνα την Παρασκευή, 22/5/09, το βράδυ και κηδεύεται δημοσία δαπάνη την Τρίτη, 26/5/09, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.



Ο Αλέξανδρος Αργυρίου (ψευδώνυμο του Αλέξανδρου Κουμπή) υπήρξε συστηματικός ερευνητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας, διανούμενος με συνεχή παρουσία. Γεννήθηκε το 1921 στην Αλεξάνδρεια και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Ελλάδα το 1927. Στην Αθήνα μετείχε στην Εθνική Αντίσταση, αποφοίτησε από τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, εργάστηκε εκπονώντας μελέτες για το οπλισμένο και προεντεταμένο σκυρόδεμα (1947-1948 και 1950-1992), παράλληλα με τις ενασχολήσεις γύρω από τη λογοτεχνία. Πρωτοδημοσίευσε κριτικές του στο αριστερό περιοδικό Eλεύθερα Γράμματα το 1947. Συνεργάστηκε ακόμη με τα περιοδικά: Ποιητική Τέχνη. Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Καινούρια Εποχή, Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Η λέξη. Το Δέντρο. Γράμματα και Τέχνες, Νέα Εστία, Εντευκτήριο, Πορφύρας, Αντί και με τις εφημερίδες: Δημοκρατικός Τύπος. Δημοκρατική, Η Ημέρα, Μεσημβρινή. Η Καθημερινή, Ελευθεροτυπία, Η Αυγή. Δημοσίευε τακτικά επιφυλλίδες στην εφημ. Το Βήμα (1971 -1973 και 1979-1985) και κριτική βιβλίου στην εφημ. Τα Νέα (1985).

Στη διάρκεια της Δικτατορίας ’67-74 μετείχε στην αντιστασιακή συντακτική επιτροπή των συμμείκτων τόμων Δεκαοχτώ Κείμενα (1970) και Νέα Κείμενα, 1 και σ’ αυτήν του διωκόμενου περιοδικού Η Συνέχεια (1973).

Η μελέτη Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών βραβεύτηκε το 1984 με Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου, ενώ το 1998 βραβεύτηκε συνολικά για το έργο του με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο.

Κορυφαίο έργο του η οκτάτομη Iστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της 1918-1974 (2001-2007). Σ’ αυτήν περιέχονται σε σχέση με την Κύπρο και τους δημιουργούς της, εκτός από τις πυκνές αναφορές στα «Κυπριακά Γράμματα», στον Γλαύκο Αλιθέρση, τον Κώστα Μόντη, Λ. Παυλίδη, τ. Ανθία, Θ. Πιερίδη εκτενείς αναφορές και ανθολογήσεις του έργου των Ανδρέα Παστελλά, Ανδρέα Χριστοφίδη, Θεοδόση Νικολάου, Μιχάλη Πασιαρδή, Κυριάκου Χαραλαμπίδη (264-268) και αναφορές σε νεότερους δημιουργούς και μελετητές (Μ. Πιερή, Λ. Ζαφειρίου, Σ. Παύλου, Λ. Παπαλεοντίου κ.ά.).

Πρόσφατη έκδοση: Εκκρεμότητες. Προτάσεις για επισφαλή ζητούμενα (2008).

Στην Κύπρο μετείχε σε εκδηλώσεις του Δήμου Λευκωσίας και το 2004 του Συνδέσμου Φιλολόγων (ΣΕΚΦ-ΟΕΛΜΕΚ).



Γιώργος Κ. Μύαρης

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Μερικά σχόλια του Σιμόπουλου για τον "μεγάλο" Έλληνα Αλέξανδρο Γ΄


Ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ οργάνωσε διαγωνισμό στον οποίο ο Μέγας Αλέξανδρος ψηφίσθηκε ως ο μεγαλύτερος Έλληνας όλων των εποχών.


Μια εναλλακτική ματιά πάνω στους «Μεγάλους» της ιστορίας, ανάμεσά τους και στο «Μέγα» Αλέξανδρο, προσφέρει ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο βιβλίο του, «Ο μύθος των ‘μεγάλων’ της ιστορίας». Για «νοθεία της ιστορίας» κάνει λόγο ο συγγραφέας, επισημαίνοντας ότι πρόσωπα του δημόσιου βίου που πρωταγωνιστούν σε αποτρόπαια εγκλήματα θεωρούνται ιερά και αδιαμφισβήτητα, σε μια προσπάθεια συγκάλυψης των εγκλημάτων, ή έστω ωραιοποιημένα υπό το μανδύα του ηρωισμού και της ανδρείας που επέδειξαν για την «εξαγωγή» του πολιτισμού στους «βάρβαρους» κι «απολίτιστους».

«Δήμιοι και τύραννοι λαών ηρωοποιούνται, εξευγενίζονται και εξεικονίζονται με φωτοστέφανο. Απόπειρα κριτικής έρευνας γύρω από παρόμοια πρόσωπα θεωρείται συχνά βέβηλη και αντεθνική πράξη! Εδραιώνεται έτσι η φήμη ηγεμόνων που πρέπει να προκαλούν φρίκη και απέχθεια και να θεωρούνται όνειδος για την ανθρωπότητα. Νομιμοποιείται η παραχάραξη της ιστορίας από την εκάστοτε εξουσία και τιμώνται οι εξωνημένοι υμνωδοί και αυλοκόλακες».

«Μέγας ο Αλέξανδρος που υποδούλωσε τις ελεύθερες και αυτόνομες ελληνικές πόλεις και κατέλυσε τους ελεύθερους θεσμούς και το πολίτευμα της γνήσιας δημοκρατίας – συμφορά για τους Έλληνες και την ανθρωπότητα – προκαλώντας την παρακμή του κλασικού πολιτισμού. Μέγας ο Αλέξανδρος που γέμισε την Ελλάδα και την Ασία με πτώματα και ερείπια», αναφέρει ο συγγραφέας στο εν λόγω βιβλίο.

Μετά το φόνο του πατέρα του, Φιλίππου Β', ο Αλέξανδρος Γ' ο Μακεδών, εξοντώνει όλους τους συγκληρονόμους του θρόνου για να αναλάβει την εξουσία. Η είδηση για τη δολοφονία του Φίλιππου «προκάλεσε γενική έκρηξη χαράς στις ελληνικές πόλεις», σημειώνει ο συγγραφέας. Ακολούθησε ο ξεσηκωμός των ελληνικών πόλεων που διεκδικούν την ανεξαρτησία και αυτονομία τους. Μόνο οι Θεσσαλοί παρέμειναν υπάκουοι στην μακεδονική μοναρχία. Πολλές περιοχές όπως η Αιτωλία, Αμβρακία, Ήλιδα, Αρκαδία, Αργολίδα, εκδιώκουν τους πράκτορες του Φιλίππου και ανασυγκροτούν την άμεση δημοκρατία, αναφέρει το βιβλίο.

Για την καταστολή του ξεσηκωμού των ελληνικών πόλεων ο Αλέξανδρος οργανώνει εκστρατεία στην νότια Ελλάδα για την κατάπνιξη των ανταρσιών και τον εξαναγκασμό των πόλεων να αναγνωρίσουν την κυριαρχία του νέου μονάρχη. Στο πλαίσιο αυτό, συγκαλείται το 2ο Συνέδριο της Κορίνθου το οποίο αναγνωρίζει τον Αλέξανδρο ως “στρατηγό αυτοκράτορα” και επανεπικυρώνει το σχέδιο “κοινής” εκστρατείας κατά των Περσών, με το σύνθημα της εκδίκησης για τις ελληνικές συμφορές πριν ενάμισι αιώνα, σημειώνει ο συγγραφέας. Ωστόσο, τα δύο Συνέδρια της Κορίνθου (το πρώτο, την εποχή του Φίλιππου) αποτελούν συνέπεια καταναγκασμού και οι αποφάσεις τους «αποτελούσαν εντολές της μακεδονικής μοναρχίας και όχι προϊόν ελεύθερων διαβουλεύσεων», επισημαίνει ο Κ. Σιμόπουλος.

Στο πλαίσιο αυτό συντελείται και το ολοκαύτωμα της Θήβας. Τις σφαγές και τη λεηλασία ακολούθησε η αιχμαλωσία όλων των παιδιών της πόλης, ενώ «έδωσε εντολή να ξεθεμελιωθεί η Θήβα», προκειμένου να αποθαρρύνει κάθε ένοπλη εξέγερση. Τόσο κατά τον Πλούταρχο, όσο και κατά τον Πολύβιο, η ολοκληρωτική καταστροφή της Θήβας απέβλεπε στον εκφοβισμό των υπόλοιπων Ελλήνων ώστε να μην προβούν σε ένοπλο αγώνα και να υποταχθούν στην μακεδονική μοναρχία.

Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Ασία, συντελούνται σφαγές ελληνικών πόλεων, τις οποίες είχε αναλάβει να απελευθερώσει από τον περσικό ζυγό. Οι περισσότερες συνθηκολόγησαν και όσες αντιστάθηκαν υπέστησαν συμφορές. Ακόμα και η εντολή του Αλέξανδρου για κατάλυση των ολιγαρχικών καθεστώτων και αποκατάσταση της παραδοσιακής αυτονομίας και των δημοκρατικών θεσμών υπήρξε – κατά τον συγγραφέα – «μια υποκριτική εξαγγελία για να προσελκύσει τη συμπάθεια των μικρασιατικών πόλεων και να αποτρέψει την ένοπλη αντίστασή τους». Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, η στάση του Αλέξανδρου απέναντι σε κάθε ελληνική πόλη, εύνοια ή διωγμός, καθοριζόταν από την υποταγή ή όχι των κατοίκων.

Η κατάκτηση των ασιατικών χωρών συνοδευόταν από ολοκληρωτική καταστροφή και εγκλήματα, αναφέρει ο συγγραφέας. Ισοπέδωση πόλεων, σφαγή πληθυσμών, εμπρησμοί, βασανιστήρια. Στην Τύρο της Συρίας, το 332 π.Χ., ενώ έπεσαν οι υπερασπιστές της πόλης μετά από πολύμηνη πολιορκία, ο Αλέξανδρος έκανε σκλάβους τις γυναίκες και τα παιδιά, ενώ θανάτωσε με σταύρωση 2000 νέους της Τύρου. Τον ίδιο χρόνο στη Γάζα, μετά την άλωσή της, διέταξε να σφαγιαστούν όλοι οι νέοι, πάνω από 10.000 στο σύνολό τους. «Ήταν τόσο συστηματική η τρομακτική σφαγή κατά την προέλαση στο εσωτερικό της Ασίας που, όπως έλεγαν οι ίδιοι οι Μακεδόνες, ‘τα σπαθιά στόμωσαν, παραμορφώθηκαν, καθώς λιάνιζαν τα κορμιά’».

Όπως παρατηρεί ο Κ. Σιμόπουλος, οι βαρβαρότητες του Αλέξανδρου συγκλόνιζαν τους αρχαίους συγγραφείς, ακόμα και τους υμνητές του, που αναφέρονται στις ομαδικές σφαγές πληθυσμών μετά την άλωση και τα ολοκαυτώματα περιοχών όπως στη Φοινίκη και στη Σογδιανή (332π.Χ.), στην Ινδία (326 π.Χ.), στη Ζάγρο (323 π.Χ.) κ.α. Παράλληλα, ο συγγραφέας ασκεί έντονη κριτική και στην αντιμετώπιση του Αλέξανδρου απέναντι στα ίδια τα μνημεία και έργα τέχνης του ανατολικού πολιτισμού, αρκετά από τα οποία υπέστησαν εμπρησμούς και κατεδαφίσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η καταστροφή της Περσέπολης, που κατά τον Διόδωρο ήταν η πλουσιότερη πόλη του κόσμου. «Μετά την άλωση οι Μακεδόνες εξόντωσαν όλους τους άνδρες και ρίχτηκαν στη διαρπαγή».

«Οι βαρβαρότητες θα ολοκληρωθούν με την ολοσχερή καταστροφή του πολυφημισμένου στην οικουμένη για τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς και τα ιστορικά κειμήλια ανακτορικού συγκροτήματος. Μνημεία και σημαντικά έργα τέχνης που αποτελούσαν μια δυναμική σύνθεση και πλούσια ενότητα πολιτιστικών παραδόσεων και τεχνοτροπιών, ασσυριακών και αιγυπτιακών αλλά και με έκδηλες επιρροές του ελληνικού πολιτισμού διαμέσου της Ιωνίας».

Με την κατάκτηση του περσικού κράτους, ο Αλέξανδρος αισθάνεται ως Ασιάτης μονάρχης και νόμιμος διάδοχος του Κύρου, αναφέρει ο συγγραφέας. Υπάρχει πλέον μια μεγάλη αυτοκρατορία, της οποίας η Ελλάδα αποτελεί απλά μια ασήμαντη, μακρινή επαρχία, συμπληρώνει. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος υιοθετεί το μεγαλείο και τη χλιδή της περσικής Αυλής καθώς και την απολυταρχική συμπεριφορά των Ασιατών ηγεμόνων. «Αξιώνει να τιμάται ως Πέρσης μονάρχης, κάτι απαράδεκτο για το εκστρατευτικό σώμα που έχει γαλουχηθεί με άλλες παραδόσεις. Προσεγγίζει και περιποιείται τους Ασιάτες μεγιστάνες, εξευτελίζει και θανατώνει τους Ελληνομακεδόνες». Μετά το φόνο του Δαρείου, ο Αλέξανδρος εμφανίζεται ως κληρονόμος της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Αδελφοποιείται με την άρχουσα τάξη, διαβεβαιώνοντας τους αυλικούς και αξιωματούχους του Δαρείου ότι είναι προστάτης και σύμμαχός τους. Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, ο Αλέξανδρος μεταμορφώθηκε σε γνήσιο μονάρχη της Ανατολής.

«Ο Αλέξανδρος περιβάλλεται από Πέρσες αξιωματούχους, συμπεριφέρεται ως Ασιάτης μονάρχης. Σατράπες και αριστοκράτες της Περσίας συνωστίζονται στην Αυλή του. Και βίος αναίσχυντος ατιμωτικής κραιπάλης», γράφει ο Κ. Σιμόπουλος. Ο συγγραφέας κάνει λόγο για «εκπερσισμό» του Αλέξανδρου, στον οποίο «οφείλεται και η εμφάνιση στον ελληνικό κόσμο και στους κατοπινούς αιώνες, του τίτλου «βασιλεύς» με τις παρεπόμενες ιδιότητες – απολυταρχία, μεγαλοπρέπεια, χλιδή κτλ. Δεν ήταν άγνωστος στην προαλεξανδρινή εποχή αλλά δεν ταυτιζόταν με την απόλυτη εξουσία».

Όσον αφορά στις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών από την Ευρώπη στην Ασία και το αντίστροφο, ο Κ. Σιμόπουλος κάνει λόγο για βάρβαρη μέθοδο. Σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι η εν λόγω τακτική είχε στόχο τη δημιουργία μιας νέας, συναδελφωμένης κοινότητας με τις επιμιξίες και τους συγγενικούς δεσμούς, ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει ένα άλλο επιχείρημα. «Η βίαιη μετακίνηση πληθυσμών αποτελούσε πάντοτε μια βάρβαρη αλλά ασφαλή μέθοδο σκλαβωμού ή ηθικού αφοπλισμού λαών και ανθρώπινων ομάδων, πολιτική που ακολούθησαν πάμπολα ολοκληρωτικά καθεστώτα σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους τόπους».


Αμαλία Αλτίνου Ομάδα TVXS

ΑΚΟΜΑ ΚΑΤΙ:

Άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων σχεδιάζει να τοποθετήσει ο δήμαρχος της πρωτεύουσας της ΠΓΔΜ, Β. Τοντόροβιτς.Το μεγαλεπίβολο άγαλμα του Μ. Αλεξάνδρου, εφίππου στον Βουκεφάλα, θα έχει ύψος 12 μέτρα, ενώ η βάση του θα έχει ύψος 10 μέτρα.
Υπολογίζεται ότι το άγαλμα, που θα τοποθετηθεί στο κέντρο της πλατείας των Σκοπίων μέχρι τον Οκτώβριο του 2010, θα έχει ύψος 22 μέτρα. Την κατασκευή του έργου ανέλαβε Ιταλός καλλιτέχνης που έναντι υψηλού χρηματικού ποσού.
Το άγαλμα του Μ. Αλεξάνδρου θα κοστίσει 4,5 εκατομμύρια ευρώ, όμως μέσα στα επόμενα δυο χρόνια τα Σκόπια θα δαπανήσουν τουλάχιστον 10 εκατομμύρια ευρώ για 11 αγάλματα και μνημεία που θα στολίσουν τις κεντρικές πλατείες της πόλης.
http://www.i-live.gr/2009/05/06/alexander-the-great-statue/

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Μια (μαρξιστική ) ιστορία που αντέχει στο χρόνο


"Ο μαρξισμός δεν επιδιώκει να κάνει κήρυγμα στους πιστούς, στους οποίους θα αποκαλύψει την απόλυτη γνώση με τη μορφή εντολών ή δογμάτων, αλλά να στρέψει την προσοχή του ανθρώπου πάνω στη φύση και στην ιστορία, πάνω στη δημιουργική του δύναμη, στη διαλεκτική της ιστορικής διαδικασίας που ο ίδιος δημιούργησε.»

ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΧΡΥΣΗ

(Εικόνα του Alfons Kiefer)

ΠΡΕΝΤΡΑΓΚ ΒΡΑΝΙΣΚΙ, Ιστορία του μαρξισμού, μετάφραση: Μυρσίνη Ζορμπά, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2008 (1976), τόμοι Α΄+ Β΄, σσ. 504+638


Τριάντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο «Οδυσσέας», σε μετάφραση της Μυρσίνης Ζορμπά, επανακυκλοφόρησε πρόσφατα στη χώρα μας, η κλασική πλέον Ιστορία του μαρξισμού του Πρέντραγκ Βρανίτσκι (1922-2002), ενός από τους βασικούς συντελεστές της γιουγκοσλαβικής Σχολής της Πράξης και της ομώνυμης περιοδικής της επιθεώρησης, δυναμικής εκδοχής ενός μαρξιστικού ανθρωπισμού, που άνθησε ιδιαίτερα στις δεκαετίες του 1960 και 1970.
Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Βρανίτσκι, το έργο ολοκληρώθηκε στην πρώτη μορφή του στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και εκδόθηκε το Φεβρουάριο του 1962, ενώ για τη νέα έκδοσή του, που παραδίδεται και πάλι στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, ο συγγραφέας εργάστηκε έως το τέλος του 1968.
Η αρχιτεκτονική δομή της Ιστορίας του μαρξισμού χαρακτηρίζεται από τη λιτότητα των γραμμών της. Χωρίζεται σε πέντε μέρη, αρχής γενομένης από αυτό που αναφέρεται στις ιδέες του Marx και του Engels, τη διακριτή θεωρητική πορεία του οποίου σε σχέση προς εκείνη του Marx φροντίζει να αναδείξει ο ίδιος ο Βρανίτσκι. Το δεύτερο μέρος του έργου είναι αφιερωμένο στο μαρξισμό, όπως αυτός αναπτύσσεται σε επιμέρους ρεύματα, στο πλαίσιο, ή σε συνάρτηση έστω, με τη συγκρότηση και λειτουργία των δύο πρώτων Διεθνών. Σε αυτό το μέρος βρίσκουν τη θέση τους, μεταξύ άλλων, η κριτική παρουσίαση του μαρξισμού, όπως αυτός εξελίσσεται στη Γερμανία των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, η θεωρητική και πολιτική παράδοση του λεγόμενου αυστρομαρξισμού, αλλά και ο πλούτος του ρωσικού μαρξισμού, με ιδρυτική μορφή αυτή του Πλεχάνοφ. Το τρίτο μέρος του έργου είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στην ιστορία των ιδεών του Λένιν και στην καθοριστική συμβολή του μπολσεβίκου ηγέτη στην ανάπτυξη ενός μαρξισμού που έθεσε τις βάσεις για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της εποχής του και της δικής μας. Πρόκειται για μια μείζονος σημασίας θεωρητική και, σε τελική ανάλυση, πολιτική διαδικασία που, ωστόσο, σύμφωνα με το Βρανίτσκι, διαστράφηκε στην πορεία της και ανακόπηκε βίαια από το σταλινισμό.
Την πολυκύμαντη πορεία του μαρξισμού κατά την περίοδο της Τρίτης Διεθνούς παρακολουθεί και αναλύει ο συγγραφέας στο τέταρτο μέρος της μελέτης του, όπου βρίσκουν τη θέση τους κεφάλαια αφιερωμένα σε κορυφαίες θεωρητικές και πολιτικές προσωπικότητες, όπως ο Lukàcs, ο Korsch, ο Gramsci, ο Μπουχάριν, ο Τρότσκι κ.ά. Είναι σε αυτό ακριβώς το μέρος, όπου ο Βρανίτσκι αναπτύσσει την ευέλικτη, αλλά και καταλυτική ταυτόχρονα κριτική του απέναντι στον Στάλιν και τη σταλινική αντίληψη του κομμουνισμού.
Το πέμπτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου έχει το χαρακτηριστικό τίτλο «Ο μαρξισμός σήμερα». Πρόκειται για μια κριτική επισκόπηση και διεισδυτική αναφορά στις περιπέτειες της διαλεκτικής του εφαρμοσμένου μαρξισμού, σε χώρες όπως η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία και η Κίνα, από τη μία πλευρά, αλλά και του λεγόμενου δυτικού μαρξισμού, σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, από την άλλη. Στο μέρος αυτό, δημιουργείται ενίοτε η [ψευδ]αίσθηση ότι η μελέτη του Βρανίτσκι χάνει τη γείωσή της στη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Οι δραματικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών, με χαρακτηριστικότερη, ίσως, την κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», ανέτρεψαν, όντως, στο επίπεδο των πραγματολογικών δεδομένων, ένα μέρος του πλαισίου, μέσα στο οποίο συνέταξε και ενέταξε τη μελέτη του ο συγγραφέας της Ιστορίας του μαρξισμού. Κι όμως, οι ιστορικές αυτές ανατροπές όχι μόνο δεν κλονίζουν τον πυρήνα του έργου, αλλά, με έναν, φαινομενικά και μόνο, παράδοξο τρόπο, συμβάλλουν στην ανάδειξη του βαθύτερου νοήματος και των συμπερασμάτων του. Και τούτο διότι ο Βρανίτσκι, και ως μέλος του ευρύτερου θεωρητικού ρεύματος της Σχολής της Πράξης, διείδε και ανέδειξε έγκαιρα τις παραμορφώσεις του «σοσιαλισμού που γνωρίσαμε». Η ιστορία του μαρξισμού, που μας παρέδωσε στην οριστική της μορφή πριν σαράντα περίπου χρόνια, δεν αφορούσε μόνο το παρελθόν, αλλά το παρόν και το μέλλον του μαρξισμού, ως αντικειμένου διαρκούς και συστηματικής παραμόρφωσης από τις κατά τόπους σταλινικές γραφειοκρατίες και όχι μόνο.
Με αυτή την έννοια, άλλοτε με άμεσο και άλλοτε με έμμεσο τρόπο, ο συγγραφέας μεταφέρει την ανάλυσή του από το φαινομενολογικό επίπεδο της ιστοριογραφίας των γεγονότων, των προσώπων και των ρευμάτων, στο βαθύτερο, ουσιαστικό επίπεδο μιας Φιλοσοφίας της Ιστορίας, εκεί όπου συναντά το μαρξισμό όχι ως παρωχημένη απολογητική ιδεολογία, αλλά ως σύγχρονη κριτική τόσο της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, όσο και των «σοσιαλιστικών καθεστώτων». Ο Βρανίτσκι αγωνιά και μάχεται˙ δεν εφησυχάζει, αλλά και δεν μας επιτρέπει να εφησυχάσουμε όσον αφορά το μέλλον του σοσιαλιστικού εγχειρήματος: «Η φάση του σταλινισμού δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί εντελώς. Η μαρξιστική σκέψη δεν πρέπει να ξεχνάει ποτέ τη φάση αυτή, για να ξέρει πάντοτε τι δεν πρέπει να είναι μια θεωρία» (τ. Β΄, σ. 586)
Εν τέλει, σε αυτή τη συγγραφική στάση, καθώς και στο μήνυμα της εγρήγορσης που εκπέμπουν οι σελίδες του βιβλίου, έγκειται η διαχρονικότητά του, η σημασία του και για τη δική μας εποχή. Από την πλευρά του, ο στρατευμένος αναγνώστης ωθείται να αναγνωρίσει ότι ο μαρξισμός, συνεκτικός, αλλά και μεστός εσωτερικών εντάσεων ταυτόχρονα, όπως τον προτείνει και τον υπερασπίζεται ο Βρανίτσκι, δεν είναι αυτός της βεβαιότητας των σιδερένιων ή γρανιτένιων νόμων της Ιστορίας, αλλά εκείνος της διαρκούς και εμμενούς κριτικής των ταξικών κοινωνιών, κριτικής χωρίς την οποία η κοινωνική απελευθέρωση δεν μπορεί να μετατραπεί από αφηρημένη σε συγκεκριμένη δυνατότητα:
«Τα κύρια στοιχεία για την κατανόηση των αποφασιστικών διαδικασιών της σύγχρονης ιστορίας προσφέρονται σήμερα από το μαρξισμό, από ένα μαρξισμό όμως που δεν έχει χάσει την ουσιαστική διαλεκτική του διάσταση, το κριτικό του πνεύμα. Κριτικό πνεύμα όχι μόνο απέναντι στην αστική κοινωνία, αλλά και απέναντι σε κάθε κοινωνία, περιλαμβανομένης και της σοσιαλιστικής. Και η ιστορία επίσης έχει στην ουσία κριτικό χαρακτήρα, και η ιστορική κίνηση είναι η κριτική κυριαρχία πάνω σε συγκεκριμένες σχέσεις και φάσεις. Στη σύμφυτη κριτική της ιστορικής διαδικασίας πρέπει να αντιστοιχεί μια κριτική θεωρία.
Ο μαρξισμός δεν επιδιώκει να κάνει κήρυγμα στους πιστούς, στους οποίους θα αποκαλύψει την απόλυτη γνώση με τη μορφή εντολών ή δογμάτων, αλλά πρέπει να στρέψει την προσοχή του ανθρώπου πάνω στη φύση και στην ιστορία, πάνω στη δημιουργική του δύναμη, στη διαλεκτική της ιστορικής διαδικασίας που ο ίδιος δημιούργησε.» (τ. Β΄, σσ. 590-591)

Ο Αλέξανδρος Χρύσης διδάσκει Φιλοσοφία της Ιστορίας και Ιστορία των Ιδεών στο Πάντειο Πανειστήμιο

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Εγχειρίδιο Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου - Σχολικά βιβλία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση της Ελλάδας


Παραθέτουμε επιγραμματικά τα πορίσματα του εκπ/κου συνεδρίου της ΟΛΜΕ σχετικά με τα βιβλία των κοινωνικών επιστημών.

Για την Ιστορία:

Εκφράστηκε η τάση επιστροφής του φετιχισμού, ότι υπάρχει αγνόηση της πάλης των τάξεων και μια εισαγωγή του ιστορικού αναθεωρητισμού μέσα στα βιβλία της Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου. Υπάρχει - και εκφράστηκε από πολλούς συναδέλφους - η λανθασμένη μεθοδολογία των βιβλίων και η μη ύπαρξη ιστορικότητας των κοινωνικών φαινομένων. Υπάρχει, δηλαδή, μία διάσπαση ανάμεσα στο άτομο και στο σύνολο.
Εκφράστηκε η απουσία της ενημέρωσης των συναδέλφων σχετικά με τα νέα βιβλία και η επιλεκτική παρουσίαση των γεγονότων. Εκφράστηκε η συμπύκνωση της ύλης, η απουσία στόχων σε κάθε ενότητα, η προβληματική παρουσίαση και η απουσία εστίασης στο ουσιώδες. Καθολική ήταν η απαίτηση απόσυρσης του βιβλίου της Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου Γενικής από όλους τους συναδέλφους.

Σχετικά με τη Φιλοσοφία:

Ζητήθηκε να αποσυρθεί το εγχειρίδιο. Επισημάνθηκε ότι στην Ιστορία της Φιλοσοφίας δεν φαίνονται πουθενά ο Ηράκλειτος και ο Δημόκριτος, δεν αναφέρονται επίσης τα νεότερα ρεύματα και ο Μαρξ.

Σχετικά με τις Κοινωνικές Επιστήμες:

Επιγραμματικά κάποιες επισημάνσεις. Δεν υπάρχει επικαιροποίηση των βιβλίων, υπάρχει συγκεκριμένη στόχευση για δημιουργία ουδετερότητας στους μαθητές, δεν υπήρξε καμία ενημέρωση σχετικά με τα νέα βιβλία Κοινωνιολογίας. Συνοπτικά δεν προβάλλονται η συμμετοχή, η ευθύνη και οι πρακτικές δεξιότητες για το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Οι συνάσελφοι υπογράμμισαν και τη χρονική συγκυρία πραγματοποίησης του συνεδρίου:
"Το 8ο Εκπαιδευτικό Συνέδριο της ΟΛΜΕ πραγματοποιήθηκε σε μια από τις πιο κρίσιμες συγκυρίες για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, όπου γίνονται προσπάθειες να επιβληθούν νεοφιλελεύθερης έμπνευσης αντιδραστικές «μεταρρυθμίσεις» στο πνεύμα των κατευθύνσεων της «Λισσαβόνας» και της «Μπολόνια» σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Σε μια εποχή που πλήττεται ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας της εκπαίδευσης, που οι προσπάθειες σύνδεσης του σχολείου με την αγορά εντείνονται, που η ολόπλευρη μόρφωση και γνώση αμφισβητούνται σε μια κατεύθυνση να μετατραπούν σε δια βίου πληροφόρηση – κατάρτιση, είναι πολύ σημαντικό να ακούγεται και να κατατίθεται ο προβληματισμός και η αγωνία των μαχόμενων στην τάξη εκπαιδευτικών."

Κυριακή, 3 Μαΐου 2009

(??)...όταν στα ονόματα των διοργανωτών δεν είναι τα "μεγάλα ονόματα" (??)

Αμήχανη Πρωτομαγιά
Πώς θα αισθανόμουν τόσο αμήχανα σε μια πρωτομαγιάτικη εκδήλωση ούτε που μπορούσα να το φανταστώ. Όπως, μάλλον, και οι υπόλοιποι (λίγοι) Ελληνοκύπριοι που συμμετείχαμε σε δικοινοτική εκδήλωση στη νεκρή ζώνη, στο παλιό γήπεδο της Τσετίνκαγια. Αν και συνδιοργανωτές, οι Ελληνοκύπριοι ήταν κάτι σαν φιλοξενούμενοι στην εκδήλωση. Μαζεμένοι κάπου στη μία πλευρά του πλήθους, ανταλλάσσαμε σχόλια για την πενιχρή προσέλευσή μας, την ώρα που στο χώρο έμπαιναν τα μπλοκ των συμπατριωτών μας. Ούτε κι αυτοί ήταν πλήθη, αλλά είχαν παλμό, είχαν χρώματα, είχαν φωνή για τα συνθήματα, είχαν ρυθμό για τα χειροκροτήματα, είχαν σημαίες για να δηλώνουν την ιδεολογική τους απόχρωση, είχαν τη διάθεση να είναι εκεί...
Εμείς, όχι μόνο λίγοι, αλλά και απορημένοι, σε κάποιο βαθμό, για το πόσο λίγοι απομείναμε να συμμετέχουμε σε δικοινοτικές εκδηλώσεις όταν στα ονόματα των διοργανωτών δεν είναι τα "μεγάλα ονόματα". Ο Τουρκοκύπριος οικοδεσπότης υποδεχόταν στην εκδήλωση κάθε ομάδα με το όνομά της, υπογραμμίζοντας ότι μπροστά στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων των ανθρώπων του μόχθου και τη διάθεση για λύση και μόνιμη διευθέτηση δεν έχουν χώρο οι ιδεολογικές διαφορές. Όσοι βρίσκονταν ήδη στο χώρο της εκδήλωσης χειροκροτούσαν αυτούς που έρχονταν να προστεθούν συντεταγμένοι στην πρωτοβουλία. Πάνω στα τείχη μια άλλη ομάδα με κόκκινα λάβαρα και πανό που έγραφαν ότι οι φονιάδες των λαών θα λογαριαστούν με την ιστορία, συμμετείχαν από απόσταση. Ήταν οι Κούρδοι που δεν μπορούσαν να κατέβουν στη νεκρή ζώνη, δεν το επέτρεπαν οι "αρχές". Δίπλα μας ομάδες γυναικών με το αίτημα της ποσόστωσης, οι σημαίες της ομοφυλοφιλικής περηφάνιας, οι δίγλωσσες σημαίες του Κόμματος Νέα Κύπρος, μια οργάνωση φοιτητών με τις φωτογραφίες σπουδαστών που δολοφονήθηκαν στα τουρκικά μπουντρούμια τα τελευταία τριάντα χρόνια. Η ποικιλία και η πολυχρωμία των Τουρκοκυπρίων μου έφερνε ναυτία. Τόσο πια λίγοι μείναμε οι Ελληνοκύπριοι που επιθυμούμε να ανταμώσουμε χωρίς τη σιγουριά της αιγίδας ενός μεγάλου κόμματος; Ο Τουρκοκύπριος οικοδεσπότης φώναζε με θέρμη ότι "εδώ απόψε είναι οι άνθρωποι του μόχθου αλλά και οι εργάτες του πνεύματος, οι τεχνίτες και οι καλλιτέχνες που βλέπουν μπροστά". Κι εγώ μετρούσα στους Ελληνοκύπριους τα μέλη κάθε ειδικής ομάδας στην οποία αναφερόταν ο άνθρωπος πάνω στη σκηνή. Το ίδιο ίσως να αισθανόταν και η Ελληνοκύπρια οικοδέσποινα, που είπε από το μικρόφωνο της εκδήλωσης αυτό που όλοι οι ελληνόφωνοι σκεφτόμασταν και σχολιάζαμε χαμηλόφωνα. Πως δεν είμαστε πολλοί, αλλά θα παραμείνουμε μέχρι το τέλος.
Δυο ώρες αργότερα η εκδήλωση είχε τελειώσει. Καθώς βαδίζαμε προς τις ελεύθερες περιοχές, μέσα στη σιωπή της νεκρής ζώνης που οδηγούσε σε μια αδηφάγα και ανίκητη αταραξία της "ελευθερίας" μας, από την άλλη πλευρά ακουγόταν φωνές παιδιών που έπαιζαν μέσα στο σκοτάδι. Και ήταν πολλά τα παιδάκια...
της Κατερίνας ΣτεφάνουΚωδικός άρθρου: 869201
ΠΟΛΙΤΗΣ - 03/05/2009, Σελίδα: 2

Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

Εχουμε τη ζωή πού, πάρα πολύ αγαπήσει



Λευκωσιάτικη Πρωτομαγιά

ΜΗΝ ΚΑΡΤΕΡΑΤΕ


Μην καρτεράτε να λυγίσουμε∙

μήτε για μια στιγμή,

μήδ’ όσο στην κακοκαιρία

λυγάει το κυπαρίσσι.

Έχουμε τη ζωή πολύ.

πάρα πολύ αγαπήσει.


Φώτης Αγγουλές, Άτακτα, Χίος 1990

Οι ίδιες λέξεις σε κάθε πλευρά έχουν διαφορετικό νόημα

; Όπως μαρτυρεί κι ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου, πρόκειται για ένα οδοιπορικό, ένα ταξίδι του συγγραφέα διά μέσου της Νεκρής Ζώνης που διαχωρίζει στα δύο το νησί και τους ανθρώπους του. Είναι όμως παράλληλα κι ένα ταξίδι εσωτερικό, μια διανοητική πορεία που διασχίζει τη «Ζώνη των Νεκρών», τη ζώνη δηλαδή της ιστορίας. Η έρευνα του Παπαδάκη ξεκινάει από μια γειτονιά εντός των τειχών της ελεύθερης Λευκωσίας, η οποία κατοικούνταν παλιότερα από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Ο συγγραφέας συλλέγει πληροφορίες και παραθέτει τις αφηγήσεις των Ελληνοκυπρίων πια, μόνο, κατοίκων της γειτονιάς. Σκοπός του είναι κυρίως να κατανοήσει πώς αυτοί οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ιστορία και την ταυτότητά τους, αλλά και πώς θυμούνται τη συμβίωση με τους Τουρκοκύπριους γείτονές τους. Οι προσωπικές αυτές αφηγήσεις διασταυρώνονται και συγκρίνονται με την επίσημη εκδοχή της ιστορίας, έτσι όπως οι Ελληνοκύπριοι της γενιάς του Παπαδάκη (όσοι γεννήθηκαν δηλαδή λίγο πριν ή λίγο μετά την τουρκική εισβολή) την έχουν βιώσει διά μέσου των σχολικών εγχειριδίων, των χαρτών, των μουσείων, των εθνικών επετείων και του δημόσιου πολιτικού και άλλου λόγου.

Στη συνέχεια, ο ερευνητής-συγγραφέας περνάει στην άλλη πλευρά της Νεκρής Ζώνης (της λεγόμενης και «Πράσινης Γραμμής») για ν΄ αναζητήσει πρωταρχικά τους Τουρκοκύπριους πρώην κατοίκους της ίδιας γειτονιάς και να δει πώς αυτοί θυμούνται τη συμβίωσή τους με τους Ελληνοκύπριους, αλλά και για να διερευνήσει τον τρόπο που συνολικά η τουρκοκυπριακή κοινότητα, σε επίσημο και ανεπίσημο επίπεδο, αντιλαμβάνεται το παρόν και το παρελθόν της. Πρέπει να σημειωθεί πως το 1991, όταν ο Παπαδάκης κατάφερε να εξασφαλίσει την έστω μηνιαία άδεια από το καθεστώς Ντενκτάς για να διεξαγάγει την έρευνά του, ήταν από τους ελάχιστους Ελληνοκύπριους που περνούσαν απέναντι.

Νέες αποκαλύψεις
Εκεί είναι λοιπόν που ο συγγραφέας, και μαζί του ο αναγνώστης, θα έρθει αντιμέτωπος με νέες αποκαλύψεις. Αποκαλύψεις που ενίοτε ενοχλούν και οπωσδήποτε ανοίγουν δύσκολα ερωτήματα. Θα ανακαλύψει πως οι αλήθειες της κάθε κοινότητας, η μνήμη και η λήθη της, κάθε άλλο παρά συναντιούνται.

Πως οι ίδιες λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα σε κάθε πλευρά. Πως, νότια και βόρεια της Νεκρής Ζώνης, ακόμα και η αντίληψη του χωροχρόνου έχει δομηθεί διαφορετικά. Ταυτόχρονα όμως θα συνειδητοποιήσει και τα κοινά στοιχεία ανάμεσα σ΄ αυτές τις διαφορετικότητες: στο πώς η κάθε κοινότητα μεταχειρίστηκε τις ίδιες πρακτικές (λ.χ. Μουσεία «Εθνικού Αγώνα», εθνικο-γεωγραφικοί χάρτες, σχέση με τις «μητέρες-πατρίδες», το δίπτυχο «αληθινός ο δικός μας πόνος-προπαγάνδα ο πόνος των άλλων» κ.ο.κ.) για να εμπεδώσει δύο αποκλίνουσες αλήθειες.

Θα έρθει αντιμέτωπος ακόμα με το γεγονός πως δεν υπάρχει μόνο μια Νεκρή Ζώνη που διαχωρίζει Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, αλλά πολλές Νεκρές Ζώνες, που διαχωρίζουν με τον ίδιο τρόπο Ελληνοκύπριους από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους από Τουρκοκύπριους. Θα ανακαλύψει, τέλος, πως η αλήθεια δεν είναι μόνο μία, δεν είναι ούτε καν δύο: οι αλήθειες είναι πολλές, αλήθειες που ακούγονται φωναχτά κι άλλες που ψιθυρίζονται, που είναι διαφορετικές, όχι μόνο από τη μια στην άλλη πλευρά της Νεκρής Ζώνης, αλλά και στο εσωτερικό των ίδιων των κοινοτήτων. Ο συγγραφέας μας φέρνει, εν τέλει, αντιμέτωπους με τις αλήθειες τις δικές μας και με τις αλήθειες των άλλων, χωρίς να προσπαθεί να μας πείσει για καμιά από αυτές, αλλά καλώντας μας, αντίθετα, να σταθούμε κριτικά απέναντι σε όλες.

Η Κωνσταντίνα Ζάνου είναι ιστορικός, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

TA NEA Sάββατο 02 05 2009