Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Aποφυγή απλουστευτικών ιστορικών αναλογιών


... με δεδομένο το μεγάλο κίνητρο της μελλοντικής ένταξης της ΠΓΔΜ και της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στην οποία η Ελλάδα και η Κύπρος είναι ήδη μόνιμα μέλη. Ταυτοχρόνως, η παγκόσμια οικονομική κρίση απαιτεί την άμεση και αμοιβαία μείωση των υπέρογκων αμυντικών δαπανών της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Εφτασε ο καιρός αυτά τα τρία «ντόμινο ειρήνης» να αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμηση στις ταραγμένες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου, των δυτικών Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Σε τελευταία ανάλυση, ως άμεσα ενδιαφερόμενοι και στις τέσσερις χώρες, πρέπει να αντιληφθούμε ότι μπορούμε να πάρουμε τα νήματα της μοίρας στα χέρια μας. Δεν χρειάζεται πλέον να περιμένουμε από τις Μεγάλες Δυνάμεις ή άλλους από μηχανής θεούς, να λύνουν τα προβλήματά μας.

Tου Θεοδωρου Kουλουμπη* / couloumbis@msn.com

Το έτος 1911, λίγο πριν από την αναχώρησή του από τη Μόσχα για να αναλάβει καθήκοντα πρέσβη της Ρωσίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Α. Νεκλιούκοφ άκουσε τις αυστηρές συστάσεις του τσάρου Νικόλαου ΙΙ. Ο τσάρος προειδοποίησε τον απεσταλμένο του ότι ένας μεγάλος πόλεμος θα ξεσπούσε στην Ευρώπη και ότι θα έπρεπε με κάθε τρόπο να τον καθυστερήσουν τουλάχιστον μέχρι το 1917. Ο τσάρος δεν ήταν ο μόνος που προέβλεπε τον επερχόμενο πόλεμο. Φτάνοντας στο καλοκαίρι του 1914, οι ηγέτες των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης ήταν τόσο πεπεισμένοι για το αναπόφευκτο της σύγκρουσης ώστε δεν απέτρεψαν τις ταυτόχρονες κινητοποιήσεις των στρατευμάτων τους, που μοιραία κατέληξαν στην μεγάλη σφαγή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η όλη αλυσίδα της γεωμετρικά αυξανόμενης κλιμάκωσης άρχισε με αφορμή τη δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου στο Σεράγεβο (28 Ιουνίου 1914) από ένα νεαρό Σέρβο εθνικιστή, τον Γκαβρίλο Πριντσίπ. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, το όλο επεισόδιο θα είχε μάλλον διευθετηθεί στο πλαίσιο ενός συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας. Δυστυχώς, πέντε χρόνια και πολλά εκατομμύρια νεκρούς αργότερα, το δίδαγμα για τους Ευρωπαίους -ηγέτες και λαούς- ήταν «μη βιάζεστε να καταφεύγετε στη βία».
Ο πολιτικός επιστήμονας Ρόμπερτ Τζέρβις, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, ανέπτυξε πριν από τριάντα τέσσερα χρόνια μια θεωρία για τον ρόλο της «παρανόησης» ως αφορμής των πολεμικών συγκρούσεων. Υποστήριξε ότι λανθασμένες αντιλήψεις για τον κόσμο (κακή ανάγνωση των προθέσεων των εκάστοτε ανταγωνιστών, επιλεκτική χρήση πληροφοριών από τις κυβερνήσεις, ιστορικές μνήμες προηγουμένων συγκρούσεων, και έλλειψη γνώσης για τις διαφοροποιήσεις στις τάξεις των θεωρούμενων αντιπάλων) χαρακτήριζαν συχνά τη συμπεριφορά των ηγετών. Ο Τζέρβις έφτασε στο κεντρικό συμπέρασμα ότι οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες, επηρεασμένοι από τις εμπειρίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υποτίμησαν την εμμονή του Αδόλφου Χίτλερ να κατακτήσει την Ευρώπη. Πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να τον περιορίσουν με ειλικρινείς διαπραγματεύσεις και κατευναστικές χειρονομίες. Και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έφτασε στο τραγικό του αποτέλεσμα. Το δίδαγμα για τις μεταπολεμικές ηγεσίες, μετά έξι χρόνια καταστροφικής μανίας και δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς, ήταν: «χτύπα τους παρανοϊκούς εχθρούς σου εγκαίρως. Προτίμησε ένα μικρό πόλεμο νωρίς για να αποφύγεις ένα μεγάλο πόλεμο αργότερα».
Μετά το 1945, καθώς η αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου άρχισε να ρίχνει τη βαριά της σκιά πάνω στον πλανήτη, γεννήθηκε από στοχαστές, όπως ο Τζορτζ Κέναν, και Αμερικανούς πολιτικούς όπως οι Αϊζενχάουερ και ο Νίξον, η περίφημη «θεωρία των ντόμινο». Με απλά λόγια, η θεωρία αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί ως εξής: Ο Στάλιν και οι διάδοχοί του πρέπει να εξομοιωθούν με τον Χίτλερ. Ο διεθνής κομμουνισμός είναι συμπαγής, επαναστατικός, επιθετικός και πλήρως ελεγχόμενος από το δικτατορικό καθεστώς της Μόσχας. Στην περίπτωση του Χίτλερ, το πρώτο ντόμινο έπεσε με τον επανεξοπλισμό της Ρηνανίας το 1936 χωρίς οι Μεγάλες Δυνάμεις να αντιδράσουν. Ακολούθησαν δύο ακόμη ντόμινο, τον Μάρτιο του 1938 η προσάρτηση της Αυστρίας και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους η γερμανική επίθεση εναντίον της Σουδητίας στην Τσεχοσλοβακία. Και αυτές οι προκλήσεις αντιμετωπίστηκαν με περισσή επιείκεια και πνεύμα κατευνασμού από τους Αγγλογάλλους. Επομένως, όταν ο ακάθεκτος πλέον Χίτλερ επιτέθηκε το 1939 στην Πολωνία, ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής του ήταν ένας παγκόσμιος πόλεμος.
Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ένας ικανός αριθμός διεθνολόγων έσπευσε να επικαλεσθεί τη θεωρία των ντόμινο για να δικαιολογήσει την πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ στην Κορέα (1950 - 53) και στο Βιετνάμ (1965 - 75). Αν έπεφταν αυτά τα ντόμινο, κατά τους θεωρητικούς της εποχής, θα άνοιγε ο δρόμος για την παγκόσμια ηγεμονία του σοβιετικού Μαρξισμού - Λενινισμού. Γνωρίζουμε όλοι την έκβαση της ιστορίας του Βιετνάμ: Υστερα από δέκα χρόνια ασυμμετρικού πολέμου (μια πυρηνική υπερδύναμη εναντίον ευέλικτων ανταρτών σε μια αφιλόξενη ζούγκλα), οι ΗΠΑ αντίκρισαν την ήττα στα χέρια ενός πανούργου και ακραιφνούς εθνικιστή ηγέτη, του Χο Τσι Μινχ. Οπως αποδείχθηκε από τις εξελίξεις, ο Βορειοβιετναμέζος ηγέτης, παρά την κομμουνιστική του ιδεολογία, δεν ήταν ενεργούμενο της Μόσχας ούτε και του Πεκίνου. Και τα διδάγματα της Κορέας και του Βιετνάμ ήταν ότι οι μεγάλες αποφάσεις που στηρίζονται σε απλουστευτικές ιστορικές αναλογίες μπορούν να έχουν καταστροφικές συνέπειες. Επομένως, κάθε συγκεκριμένη περίπτωση έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και απαιτεί τη βαθιά μελέτη των περιστάσεων από αναλυτές εξειδικευμένους στην περιοχή των μελλοντικών συγκρούσεων.
Κλείνοντας την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, αξίζει να προτείνουμε μια αντίστροφη θεωρία των ντόμινο. Μπορούμε να ονομάσουμε τα συστατικά της «ντόμινο της ειρήνης». Τον δρόμο μας τον άνοιξαν εμπνευσμένοι -και κατά βάσιν ρεαλιστές- ηγέτες όπως ο Ζαν Μονέ και ο Ρομπέρ Σουμάν που πρωτοστάτησαν στην προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης πάνω στα ερείπια της μεταπολεμικής Ευρώπης. Η Ελλάδα μπορεί σήμερα, μαζί με τρεις γείτονες, την Τουρκία, την Κύπρο και την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, να γράψει ιστορία ανοίγοντας μια αλυσιδωτή διαδικασία ειρηνικής διευθέτησης τριών μακροχρόνιων διαφορών: οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, επανένωση της Κύπρου, και αμοιβαία αποδεκτή επίλυση του «ονόματος» του κράτους των Σκοπίων. Οι τρέχουσες πολιτικο-οικονομικές συνθήκες ευνοούν τον δρόμο της ειρήνευσης, με δεδομένο το μεγάλο κίνητρο της μελλοντικής ένταξης της ΠΓΔΜ και της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στην οποία η Ελλάδα και η Κύπρος είναι ήδη μόνιμα μέλη. Ταυτοχρόνως, η παγκόσμια οικονομική κρίση απαιτεί την άμεση και αμοιβαία μείωση των υπέρογκων αμυντικών δαπανών της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Εφτασε ο καιρός αυτά τα τρία «ντόμινο ειρήνης» να αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμηση στις ταραγμένες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου, των δυτικών Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Σε τελευταία ανάλυση, ως άμεσα ενδιαφερόμενοι και στις τέσσερις χώρες, πρέπει να αντιληφθούμε ότι μπορούμε να πάρουμε τα νήματα της μοίρας στα χέρια μας. Δεν χρειάζεται πλέον να περιμένουμε από τις Μεγάλες Δυνάμεις ή άλλους από μηχανής θεούς, να λύνουν τα προβλήματά μας.