Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

ΔΙΗΓΗΜΑ - Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη

Στη γειτονιά μας ζούσε η οικογένεια του Τούρκου Μουζαφέρ Ιζέτ, του παπλωματά. Καλός παπλωματάς, ο καλύτερος στην περιοχή, όλα μας τα παπλώματα αυτός τα είχε ράψει, αλλά τι τα θες, Τούρκος! Τι σήμαινε για μένα η φοβερή αυτή λέξη θα το πω παρακάτω. Ο πεντάχρονος γιος του, ο Μεμέτης, ήταν συνομήλικος του αδερφού μου και κάνανε πολλή παρέα. Βάζανε χάμω σε μια γωνιά πλαγιαστές κάτι παλιοκαρέκλες, κάτι τσουβάλια, κάτι παλιολάστιχα αυτοκινήτου, ένα τιμόνι, ότι τάχα ήταν πραγματικό αυτοκίνητο. Μέσα σ’ αυτό το κατά φαντασίαν όχημα μπαίνανε οι δυο τους και κάνανε φανταστικά ταξίδια. Πάντως εγώ δεν έβλεπα με καλό μάτι τα παιχνίδια τους. Φίλος ο δικός μου αδερφός μ’ έναν Τούρκο! Αυτό δεν μπορούσα να το χωνέψω. Οι Τούρκοι ήταν οι προαιώνιοι εχθροί της φυλής μας, της ελληνικής. Έτσι, δεν έλεγαν οι δάσκαλοί μας; Κι έτσι ήταν! Αυτοί κυρίεψαν την Κωνσταντινούπολη, σκοτώσαν τον θρυλικό αυτοκράτορά της Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο και τουρκέψανε τον ξακουστό ναό της Αγια-Σοφιάς, τον κάνανε τζαμί με μιναρέδες. Αυτοί κρεμάσαν τους δεσποτάδες μας μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, από μια συκαμιά της Λευκωσίας. Αυτοί σουβλίσαν ζωντανό τον Αθανάσιο Διάκο, γιατί δεν δέχτηκε να αλλάξει την πίστη του και να γίνει Οθωμανός. Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, Μουρτάτες, να χαθείτε, εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω!, τους έλεγε, καθώς τον ψήνανε στα αναμμένα κάρβουνα. Βρωμότουρκους, σκυλότουρκους, βρωμόσκυλους – έτσι τους ονομάζαμε. Αλλά κι αυτοί θα λέγανε για μας τα ίδια και χειρότερα. Έτσι τους ονόμαζε κι ο παππούς μου που τους είχε πολεμήσει εθελοντής στη Μικρά Ασία. Έτσι του μάθαν κι αυτουνού οι δάσκαλοί του όταν ήταν μικρός. Ναι, όλοι οι Τούρκοι ήταν κακοί. Παλιοί και τωρινοί, μάχιμοι και άμαχοι, άντρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά. Όλοι οι Τούρκοι ήταν εχθροί μας! Κι ο Μουζαφέρ Ιζέτ ο παπλωματάς ήταν Τούρκος! Κι ο μικρός Μεμέτης Τούρκος κι αυτός, δηλαδή βρωμόσκυλο. Ερχόταν να παίξει μ’ εμάς, τα άλλα παιδιά της γειτονιάς κι εμείς τον διώχναμε. - Φύγε! Δεν σε παίζουμε. - Γιατί; Τι σας έκανα; - Είσαι Τούρκος! Να φύγεις! Στην καλύτερη γι’ αυτόν περίπτωση μπορούσε να τον αφήναμε να πλησιάσει λίγο, αλλά όχι και να είναι δίπλα μας. Να έμενε κάπως απόμακρα, λίγο πιο πέρα. Κι ενώ εμείς του γυρίζαμε την πλάτη, εκείνος μας παρακολουθούσε με προσοχή και μας ακολουθούσε σαν αφοσιωμένο, αλλά δαρμένο και ψωριάρικο σκυλί. Αν καμιά φορά έμπαινε στην κουβέντα μας, θέλοντας να πει κι αυτός κάτι, εμείς δεν του δίναμε σημασία ή τον αποδοκιμάζαμε περιφρονητικά. Αλλιώς, θα είμασταν υποχρεωμένοι σιγά σιγά να τον δεχτούμε στην παρέα μας σαν ισότιμο μέλος. Μα ποιος του έφταιγε, ποιος του είπε να γεννηθεί Τούρκος; Μια μέρα παίζαμε σε μιαν αυλή. Ένα παιδί ακούμπησε να ξεκουραστεί στον κορμό της λεμονιάς και λέρωσε το χέρι του με μύξες που κάποιος τις είχε κολλήσει εκεί. - Ρε, ποιος κόλλησε τη μύξα του στο δέντρο; - Ο Μεμέτης! Ο Μεμέτης! Φωνάξαμε όλοι μ’ ένα στόμα. - Δεν είμαι εγώ, είπε το Τουρκάκι. - Εσύ είσαι, ρε σκυλότουρκε! Και τον έσπασε στο ξύλο. Μια μέρα ο Μεμέτης θύμωσε. - Θα το πω του μπαμπά μου, που έχει δικό του πιστόλι, να σας σκοτώσει. - Και πού το βρήκε το πιστόλι ο μπαμπάς σου; - Του το’ δωσε η ΒΟΛΚΑΝ. Θα του πω ότι με δέρνετε να σας σκοτώσει. Η ΒΟΛΚΑΝ ήταν η παράνομη οργάνωση των τούρκων εθνικιστών. Εμείς βέβαια δεν καταλάβαμε, αν ο Μεμέτης έλεγε ψέματα ή αλήθεια, ότι ο μπαμπάς του είχε πιστόλι που του το είχε δώσει η ΒΟΛΚΑΝ. Πάντως ξανάφαγε ξύλο της χρονιάς του. Μοναδική εξαίρεση ήταν ο αδερφός μου ο Φοίβος. Όσο διώχναμε εμείς τον Μεμέτη τόσο εκείνος τον έκανε παρέα. Κι όσο εχθρικά του φερόμασταν εμείς τόσο φιλικά του φερόταν εκείνος. Κι εγώ κάθε φορά που τους έβλεπα να παίζουν, τους τα χάλαγα. - Μην τους πειράζεις, γιε μου. Ασ’ τα μωρά να παίξουν, φώναζε η μάνα μου. - Δεν θέλω ο αδερφός μου να παίζει με τον Τούρκο! - Κι αν είναι Τούρκος, τι μ’ αυτό; Δεν μας πείραξε σε τίποτε. Είναι κι αυτός ένα αθώο παιδί. Είναι κρίμα. Με τη μάνα του, την κυρία Μουκατές, είμαστε φίλες. Είναι καλή γυναίκα. Και κάθε φορά που κουβεντιάζουμε παραπονιέται ότι τα παιδιά της γειτονιάς βασανίζουν το γιο της. Δεν είναι σωστά πράματα αυτά. Της μάνας μου οι κουβέντες μ’ επηρέασαν. Και στο γενικό μου μίσος για τους Τούρκους αποφάσισα να κάνω μια εξαίρεση για τον Μεμέτη, που πραγματικά δεν μας είχε πειράξει σε τίποτε. Ύστερα ήρθανε χρόνια σκληρά για τις δυο κοινότητες της Κύπρου, τους Έλληνες και τους Τούρκους. Το αίμα άρχισε να κυλάει ανάμεσά μας. Τούρκοι σκότωναν Έλληνες κι ‘Ελληνες σκότωναν Τούρκους. Στα σπίτια, στα χωράφια, στους δρόμους, στα καφενεία… Τις περισσότερες φορές τα θύματα ήταν αθώοι που δεν είχαν πιάσει φονικό όπλο στο χέρι τους. Συχνά γυναίκες, γέροι, παιδιά… Αυτό γινόταν σε άλλες περιοχές. Δεν πιστεύαμε ότι μπορούσε να φτάσει και στην κωμόπολή μας. Μια φορά η κυρία Μουκατές ρώτησε ανήσυχη τη μάνα μου: - Κυρία Λυδία, ποιος περπατούσε χτες τη νύχτα στην αυλή σας; - Κανένας, κυρία Μουκατές, κανείς δεν περπατούσε στην αυλή μας. - Μα ακούσαμε πατήματα. - Μπορεί να ήταν κανένας γάτος. Ο Φοίβος κι ο Μεμέτης είχαν μεγαλώσει και πήγαιναν σχολείο. Όμως εξακολουθούσαν να κάνουν στενή παρέα. ‘Ενα Ελληνόπουλο κι ένα Τουρκόπουλο φίλοι! Ποιος τους το έμαθε αυτό; Πάντως όχι οι δάσκαλοι, ούτε τα σχολεία. Ίσως η ανθρώπινη φύση. Είχα ένα φίλο, Ιάκωβο τον λέγανε, κι είχε μεγάλη φήμη ότι ήταν άφοβος και τολμηρός. Έρχεται μια μέρα και μου λέει: - Πρέπει να πάω κρυφά να κρεμάσω την ελληνική σημαία στο σχολείο μας. Έρχεσαι μαζί μου; Ντράπηκα να αρνηθώ. Θα με νόμιζε για δειλό και θα έχανα τη φιλία του. - Πρέπει όμως να προσέχουμε μη μας δουν οι Εγγλέζοι. Ζούσαμε τα τελευταία χρόνια της αποικιοκρατίας. Πήγαμε απ’ τη μεριά του ποταμού, όπου φύτρωνε μονάχα κάππαρη, και μπήκαμε στην αυλή του σχολείου. Εκείνη την ώρα στην αυλή περπατούσε ένας δάσκαλος. Γιάννης Μικρομμάτης λεγόταν κι είχε ένα γιο στο τρελοκομείο. Αρκετά χρόνια αργότερα πέθανε κι ο ίδιος στο τρελοκομείο της Αθαλάσσας. Ήταν ένας από αυτούς που μας λέγανε για τον Αθανάσιο Διάκο. Ωστόσο εμείς για καλό και για κακό κρυφτήκαμε πίσω από κάτι δέντρα, τις αρτυματιές. Πού ξέρεις, μπορούσε να μας μαρτυρήσει στους Εγγλέζους αν μας έβλεπε. Μπορεί να τον απειλούσαν οι Εγγλέζοι και να αναγκαζόταν να τους πει ποιος είχε κρεμάσει τη σημαία. Περιμέναμε λίγη ώρα κι ο κύριος Γιάννης έφυγε. Βρήκαμε μια ξύλινη σκάλα κι ενώ εγώ φύλαγα σκοπός, ο Ιάκωβος ανέβηκε στη στέγη του σχολείου και ύψωσε μια πρόχειρα καμωμένη ελληνική σημαία. Νόμισα ότι εδώ είχε τελειώσει η αποστολή μας, μα έπεσα έξω. - Πάμε τώρα στο τούρκικο σχολείο, μου λέει. Τον ακολούθησα υποχρεωτικά. Το τούρκικο σχολείο ήταν δίπλα στο τζαμί. Τα έφραζε και τα δυο γύρω γύρω ένα χαμηλό τοιχάρι, με λίγες ακακίες για φράχτη εδώ κι εκεί. Πηδήξαμε πάνω από το χαμηλό τοιχαράκι, πήραμε πέτρες και σπάσαμε ένα ένα όλα τα τζάμια και του σχολείου και του τζαμιού. Τσακ τσακ, άκουγες τις πέτρες να χτυπάνε τα τζάμια και να τα κάνουν θρύψαλα. Το ένα μετά το άλλο, το ένα μετά το άλλο, δεν αφήσαμε ούτε ένα γερό. Και θα κάναμε κι άλλες μεγαλύτερες καταστροφές, αν δεν βλέπαμε από μακριά μια παρέα από τούρκους έφηβους να πλησιάζουν. Καθώς μας είδαν που βγαίναμε από το περιτοίχισμα, κινήθηκαν απειλητικά προς το μέρος μας. Το βάλαμε στα πόδια και τελικά καταφέραμε να ξεφύγουμε. Εκείνη τη μέρα απέδειξα στον εαυτό μου και σε όσους το μάθανε αργότερα, ότι δεν φοβόμουν. Όμως μου έμεινε ένα βάρος στην καρδιά, μια ενοχή ότι είχα κάνει κάτι πολύ άσχημο. Εκείνες τις μέρες ένα φορτηγό σταμάτησε μπρος στο σπίτι του Μουζαφέρ Ιζέτ, του παπλωματά. Μέσα σε λίγη ώρα φορτώσανε τα έπιπλα, τα στρώματα, τα κουζινικά, τις βαλίτσες, τα κασόνια με τα μικροπράγματά τους κι ανέβηκαν και οι ίδιοι στο φορτηγό, ο κύριος Μουζαφέρης, η κυρία Μουκατές κι ο μικρός Μεμέτης. - Κυρία Μουκατές, πού πάτε; - Φεύγουμε, κυρία Λυδία. - Μα γιατί τόσο ξαφνικά; - Ο άντρας μου αποφάσισε να φύγουμε. Θα πάμε στη Λεύκα που είναι και οι άλλοι συγγενείς μας. Και φύγανε... Τώρα που το καλοσκέφτομαι, μετά από τόσα χρόνια, συσχετίζω την πράξη τη δική μας, δηλαδή την καταστροφή του τζαμιού και του σχολείου, με τη φυγή της οικογένειας του Μουζαφέρη. Κι άλλοι Τούρκοι φύγανε εκείνες τις μέρες από την κωμόπολή μας. Την καταστροφή του τζαμιού την πήραν σαν μια απειλητική προειδοποίηση. Και πραγματικά πριν λίγο καιρό που συνάντησα τον Ιάκωβο, και τον ρώτησα ποιος τον είχε παρακινήσει να κάνουμε εκείνο που κάναμε, μου απάντησε ότι ήταν διαταγή της ΕΟΚΑ, της παράνομης ένοπλης οργάνωσης των ελλήνων εθνικιστών. Ο αδερφός του ήταν ένας από τους αρχηγούς της ΕΟΚΑ στην περιοχή μας κι ήταν εκείνος που είχε δώσει τη διαταγή. Μερικοί Τούρκοι είχαν μείνει στη Μόρφου. Ήταν κι ένας γέρος που τον λέγανε Αχμέτη. Του λέγαν τα παιδιά του: - Έλα μαζί μας, πατέρα, στη Λεύκα. Πού θα μείνεις μόνος σου; - Εγώ τα πηγαίνω πολύ καλά με τους Έλληνες, τους έλεγε. Δούλεψα πολλές φορές μαζί τους, με ξέρουν και τους ξέρω. Έχω πολλούς φίλους εδώ. Γιατί να με πειράξουν; Θα μείνω να περιποιούμαι τα περιβόλια μας. Μια νύχτα ο Αχμέτης τηγάνισε αυγά μάτια κι έκατσε να φάει. Την ώρα που πιρούνιασε την πρώτη μπουκιά, πριν ακόμα τη φέρει στο στόμα του, ήρθαν οπλοφόροι και τον πήρανε. Τον έβαλαν με το ζόρι σε ένα αυτοκίνητο, τον πήγαν στους άμμους και τον σκότωσαν. Την άλλη μέρα οι γείτονες είδαν την πόρτα του σπιτιού του ανοιχτή και τα φώτα αναμμένα. Ανησύχησαν. Μπήκαν μέσα και είδαν την καρέκλα που καθόταν ο Αχμέτης πεσμένη στο πάτωμα. Στο τραπέζι ένα πιάτο με τηγανισμένα αυγά αφάγωτα. Χρόνια αργότερα μαθεύτηκε κι αυτή η λεπτομέρεια: το συρτάρι που φύλαγε ο Αχμέτης τα χρήματά του βρέθηκε σπασμένο κι ανοιχτό. Τα χρήματα έλειπαν… Τη χρονιά που οι σφαγές ανάμεσα στις δυο κοινότητες είχαν φτάσει στο αποκορύφωμα, ένα ταξί σταμάτησε στην πόρτα μας κι από μέσα βγήκε η κυρία Μουκατές. Ο πατέρας της ήταν ταξιτζής και πήγαινε μαζί του από τη Λεύκα για τη Λευκωσία για δουλειές. Περνώντας από τη Μόρφου, σταμάτησε να δει την παλιά της γειτόνισσα. - Καλά έκανες, της είπε η μάνα μου και την κάλεσε να μπει μέσα να καθίσει. Έλειπα εκείνη την ώρα στο σχολείο. Ήρθα αργότερα κι όταν το έμαθα, αναρωτήθηκα για ποιο λόγο είχε έρθει η κυρία Μουκατές στο σπίτι μας. Τι γύρευε αυτή, μια Τουρκάλα, ανάμεσα σε μας που είμασταν Έλληνες; Η κυρία Μουκατές είπε στη μάνα μου ότι δεν περνούσανε καλά στη Λεύκα κι ότι ήθελαν να γυρίσουν στη γειτονιά μας. Της είπε ακόμα πως ο Μεμέτης ήταν άρρωστος με την καρδιά του κι ότι είχε πεθυμήσει τον αδερφό μου και του έστελνε πολλούς χαιρετισμούς. - Γιατρεύεται εύκολα όποιος είναι άρρωστος με την καρδιά του; Ρώτησα τη μάνα μου. - Όχι, δεν γιατρεύεται, μου είπε. - Και τι μπορεί να πάθει; - Μπορεί και να πεθάνει… Δεν είπα τίποτα, αλλά μέσα μου ευχήθηκα να μην πεθάνει ο Μεμέτης γιατί ήταν φίλος του αδερφού μου κι ας ήταν Τούρκος. Μια μέρα σταμάτησε πάλι το ίδιο ταξί μπροστά στο σπίτι μας. Και πάλι έλειπα. Από μέσα βγήκε η κυρία Μουκατές και ο Μεμέτης. - Κυρία Λυδία, είπε παίρνοντας τη μάνα μου ιδιαιτέρως. Οι γιατροί λένε πως ο Μεμέτης δεν θα ζήσει για πολύ ακόμα κι αυτός θέλει να δει τον φίλο του το Φοίβο. Είναι καιρός τώρα που με παρακαλεί να τον φέρω να τον δει. Δεν μπορούσα άλλο να του αρνηθώ και τον έφερα. Ο αδερφός μου ήταν στο σχολείο. Πήγε το ταξί και τον έφερε. Καθίσανε με τον Μεμέτη και τα είπανε κάμποση ώρα… Ύστερα η κυρία Μουκατές πήρε το γιο της, μπήκαν στο ταξί και φύγανε. Μετά από λίγο καιρό μάθαμε πως ο Μεμέτης πέθανε στη Λεύκα. Αρκετά χρόνια προσπαθούσα να φανταστώ τι είπανε οι δυο φίλοι μεταξύ τους εκείνη την ώρα. Όμως δεν τολμούσα να ρωτήσω τον αδερφό μου. Μου φαινόταν πως θα ήταν μια ασυγχώρητη αγένεια, μια αδιακρισία που θα τον στενοχωρούσε και θα του έφερνε αμηχανία. Κάποτε παραμέρισα τους ενδοιασμούς μου και τον ρώτησα. Εκείνος όμως απέφυγε να μου απαντήσει. Έχουν περάσει καμιά εικοσπενταριά χρόνια… Κάποτε σκέφτομαι ένα μικρό Τουρκάκι με ραγισμένη καρδιά που ήθελε σαν τελευταία επιθυμία της ζωής του να συναντήσει ένα άλλο παιδί, τον φίλο του, τον μοναδικό Έλληνα που δεν τον είχε περιφρονήσει. Κι όταν τον βλέπω με τη φαντασία μου μέσα στο ταξί να κάνει μια διαδρομή σε τόπους που τους χωρίζει το μίσος και το αίμα, για να πάει στην παλιά του γειτονιά, εκεί που γνώρισε τη φιλία αλλά και την άδικη έχθρα, οι εικόνες του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και του Αθανάσιου Διάκου, των δεσποτάδων και της Αγια-Σοφιάς, της ΕΟΚΑ και της ΒΟΛΚΑΝ ξεθωριάζουν και σβήνουν. Εκμηδενίζονται.Και σκέφτομαι ότι, αν υπάρχει πραγματικά ένας παράδεισος για τους αθώους και τους ταπεινούς, δεν ξέρω ποιοι από όλους αυτούς που ανάφερα θα πηγαίνανε εκεί και ποιοι όχι. Αλλά είμαι σίγουρος ότι ο Μεμέτης θα πήγαινε… κι εκεί θα εύρισκε πολλά παιδιά να παίζει μαζί τους. Και κανείς δεν θα τον έδιωχνε. Κανείς… Κι αν ακόμα μπορούσε να ακούσει τη φωνή μου, θα του έλεγα να μας συγχωρέσει που δεν τον θέλαμε στην παρέα μας, για το ξύλο που του δώσαμε, για το σχολείο του που το χαλάσαμε… Κι ίσως να έφευγε επιτέλους απ’ την καρδιά μου αυτή η ενοχή που με ακολουθεί εδώ και τόσα χρόνια.

Νέαρχος Γεωργιάδης 1985

Δεν υπάρχουν σχόλια: